Preloader
Φανταστείτε δέκα φίλους που πηγαίνουν κάθε Παρασκευή για φαγητό. Στο τέλος αποφασίζουν δημοκρατικά πώς θα μοιραστεί ο λογαριασμός. Οι εννέα ψηφίζουν ότι ο δέκατος, επειδή κερδίζει περισσότερα, θα πληρώνει τον μισό. Η απόφαση λαμβάνεται με εντυπωσιακή πλειοψηφία 90%. Είναι αναμφίβολα δημοκρατική. Το εάν είναι και δίκαιη είναι διαφορετικό ερώτημα.
Την επόμενη Παρασκευή οι εννέα παραγγέλνουν καλύτερο κρασί. Την τρίτη προσθέτουν και επιδόρπιο. Σύντομα κάποιος προτείνει να αυξηθεί στο 70% η συμμετοχή του ευπορότερου φίλου. Η πρόταση εγκρίνεται πανηγυρικά. Άλλωστε, διαθέτει εννέα ψήφους υπέρ και μόνο μία κατά.
Το ενδιαφέρον δεν είναι ότι οι εννέα είναι κακοί άνθρωποι. Είναι ότι οι κανόνες τούς επιτρέπουν να είναι γενναιόδωροι με τα χρήματα του δέκατου. Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια: την τέταρτη Παρασκευή ο δέκατος μπορεί απλώς να μην εμφανιστεί. Στην οικονομία αυτό σημαίνει λιγότερη εργασία ή επένδυση, μεταφορά δραστηριότητας αλλού ή φοροδιαφυγή. Τότε οι εννέα θα ανακαλύψουν ότι τους συμφέρει περισσότερο να παραγγέλνουν όσο ο δέκατος κάθεται ακόμη στο τραπέζι.
Κάτι ανάλογο μπορεί να συμβεί και στη φορολογία. Ο φορολογικός νόμος αποτελεί ασφαλώς προϊόν δημοκρατικής απόφασης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πλειοψηφία αποκτά απεριόριστο δικαίωμα πάνω στην περιουσία της μειοψηφίας. Διαφορετικά, η ιδιοκτησία μας θα εξαρτιόταν από μια μάλλον επισφαλή προϋπόθεση: να συμφωνούν μαζί μας οι περισσότεροι. Η αριθμητική είναι ακαταμάχητη: οι λίγοι έχουν, εξ ορισμού, λιγότερες ψήφους από τους πολλούς.
Στην περίπτωσή μας δημιουργείται ένα διπλό πρόβλημα κινήτρων. Ο ψηφοφόρος έχει κάθε λόγο να ζητά περισσότερες κρατικές παροχές όταν γνωρίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος του πρόσθετου κόστους θα το πληρώσει κάποιος άλλος. Ο πολιτικός έχει κάθε λόγο να του τις υποσχεθεί. Από την άλλη μεριά, εκείνος που καλείται να πληρώσει και ανήκει στη μειοψηφία έχει και κάθε λόγο να αλλάξει τη συμπεριφορά του.
Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι κάποιος από αυτούς ενεργεί κακόβουλα. Αρκεί να δεχθούμε ότι οι άνθρωποι ανταποκρίνονται σε κίνητρα. Το θεωρούμε αυτονόητο για τον καταναλωτή και τον επιχειρηματία. Περιέργως, το ξεχνάμε για τον ψηφοφόρο και τον πολιτικό. Η γενναιοδωρία, άλλωστε, είναι ευκολότερη όταν ασκείται με τα χρήματα των άλλων.
Υπάρχει και μια δεύτερη ιδιομορφία. Όταν αγοράζουμε ένα προϊόν, θέλουμε να γνωρίζουμε την τιμή του. Εάν ο καταστηματάρχης μας έλεγε «πάρτε το και στο τέλος θα δούμε ποιος θα πληρώσει», μάλλον θα αποφεύγαμε την αγορά. Στην πολιτική, αντιθέτως, συζητούμε καθημερινώς για «περισσότερα για την υγεία», «περισσότερα για την παιδεία» ή «περισσότερη κοινωνική πολιτική» χωρίς να συνδέουμε την «ευγενή» επιθυμία με τον λογαριασμό. Χωρίς γνώση του πρόσθετου κόστους, όμως, ο πολίτης δεν μπορεί να αξιολογήσει ορθολογικά την υπόσχεση μιας πρόσθετης κρατικής παροχής.
Γι’ αυτό η φορολογική ισότητα δεν είναι μόνο ζήτημα συντελεστών. Είναι πρωτίστως ζήτημα κανόνων που περιορίζουν τη δυνατότητα της πλειοψηφίας να στέλνει συστηματικά τον λογαριασμό στη μειοψηφία.
Στο εστιατόριο, άλλωστε, υπάρχει ένας εξαιρετικός δημοσιονομικός κανόνας: όταν παραγγέλνεις, γνωρίζεις ότι στο τέλος θα πληρώσεις.

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή 01.10.2026

Share: