Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή 27.09.2026
Τρεις από τους ισχυρότερους ανθρώπους της τεχνητής νοημοσύνης φαίνεται να συμφωνούν σε κάτι μάλλον ασυνήθιστο: ότι η κούρσα στην οποία πρωταγωνιστούν πρέπει να επιβραδυνθεί. Ο Ντάριο Αμοντέι της Anthropic ζήτησε να περιοριστεί ο ρυθμός ανάπτυξης των ισχυρότερων μοντέλων και να υπάρξει συντονισμός μεταξύ των κορυφαίων εταιρειών. Ο Σαμ Άλτμαν της OpenAI συμφώνησε δημοσίως, όπως και ο Ίλον Μασκ. Ο Αμοντέι προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: πρότεινε ειδική εξαίρεση από τους κανόνες του ανταγωνισμού, ώστε οι μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου να μπορούν να συντονίζονται για λόγους ασφαλείας.
Οι ανησυχίες τους δεν είναι ούτε προσχηματικές ούτε αβάσιμες. Οι κίνδυνοι της ΤΝ είναι πραγματικοί και η αντιμετώπισή τους αναγκαία. Προξενείται, ωστόσο, κάποια περιέργεια όταν οι επιχειρήσεις που προηγούνται σε μια εξαιρετικά ανταγωνιστική αγορά ζητούν αυστηρότερους κανόνες για την αγορά αυτή και, ακόμη περισσότερο, τη δυνατότητα να συνεννοούνται μεταξύ τους.
Ο Άνταμ Σμιθ θα έβρισκε ίσως την εξέλιξη λιγότερο παράδοξη. Στον «Πλούτο των Εθνών» παρατηρούσε ότι όταν άνθρωποι του ίδιου επαγγέλματος συναντώνται, η συζήτηση έχει μια δυσάρεστη τάση να καταλήγει σε κάποια συνεννόηση εις βάρος όλων των άλλων. Γι’ αυτό και συνιστούσε οι προτάσεις των επιχειρηματιών για νέους νόμους να εξετάζονται με ιδιαίτερη προσοχή. Ο Σμιθ υπερασπιζόταν τον ανταγωνισμό, όχι τους επιχειρηματίες από τον ανταγωνισμό.
Υπάρχει ένας απλός λόγος. Η ρύθμιση δεν επιβαρύνει όλους εξίσου. Μια μεγάλη εταιρεία διαθέτει κεφάλαια, νομικές υπηρεσίες και τμήματα κανονιστικής συμμόρφωσης. Για εκείνη ένας πολύπλοκος κανονισμός αποτελεί κόστος. Για μια νεοφυή επιχείρηση, ένα πανεπιστημιακό εργαστήριο ή έναν ανεξάρτητο ερευνητή μπορεί να αποτελεί απαγορευτικό φραγμό εισόδου. Έτσι, το τείχος που υψώνεται για να περιορίσει τους ισχυρούς μπορεί κάλλιστα να καταλήξει να τους προστατεύει από τους επίδοξους ανταγωνιστές τους.
Ανεξαρτήτως, όμως, από τον κίνδυνο νόθευσης του ανταγωνισμού, υπάρχει και ένα δεύτερο πρόβλημα: η υπερρύθμιση έχει κόστος για την ίδια την τεχνολογική πρόοδο. Η Ευρώπη αποτελεί ίσως το σαφέστερο παράδειγμα. Η πρόσφατη έκθεση Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα καταγράφει ότι το 61% της παγκόσμιας χρηματοδότησης νεοφυών επιχειρήσεων ΤΝ κατευθύνεται στις ΗΠΑ, το 17% στην Κίνα και μόλις το 6% στην ΕΕ. Από τις 147 ευρωπαϊκές νεοφυείς επιχειρήσεις που απέκτησαν αποτίμηση άνω του ενός δισ. δολαρίων –τους λεγόμενους «μονόκερους»– μεταξύ 2008 και 2021, οι 40 μετέφεραν την έδρα τους στο εξωτερικό, κυρίως στις ΗΠΑ. Η ίδια έκθεση επισημαίνει τους ρυθμιστικούς φραγμούς που δυσχεραίνουν την ανάπτυξη των καινοτόμων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Η Ευρώπη διαθέτει επιστήμονες, κεφάλαια και ιδέες· δυσκολεύεται όμως να κρατήσει τις επιχειρήσεις που μπορούν να τα μετατρέψουν σε τεχνολογική ισχύ.
Στο σημείο αυτό, οι συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ την οικονομική διάσταση. Η τεχνολογική υστέρηση στην ΤΝ δεν μετριέται μόνο σε επιχειρήσεις που δεν δημιουργήθηκαν, επενδύσεις που χάθηκαν ή εταιρείες που έφυγαν. Μετατρέπεται σε εξάρτηση από εκείνους που κατέχουν την τεχνολογία. Και η υπεροχή στην ΤΝ μπορεί να σημαίνει πλεονέκτημα στην επιστημονική έρευνα, στην παραγωγικότητα, στην κυβερνοασφάλεια, στην επιτήρηση, στις πληροφοριακές επιχειρήσεις και τελικά στην στρατιωτική ισχύ.
Το πρόβλημα γίνεται σοβαρότερο όταν συνειδητοποιήσουμε ότι η ΤΝ δεν αναπτύσσεται μόνο στον δημοκρατικό και ελεύθερο κόσμο, ούτε σε ένα περιβάλλον κοινών θεσμών, αξιών και κανόνων. Εάν η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβραδύνουν δραστικά την έρευνα, κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει την Κίνα, τη Ρωσία ή οποιοδήποτε άλλο αυταρχικό ή τυραννικό καθεστώς να πράξει το ίδιο. Η αυτοσυγκράτηση των ανοικτών κοινωνιών δεν συνεπάγεται αυτομάτως την αυτοσυγκράτηση των αντιπάλων τους.
Θα ήταν έτσι μια μάλλον δυσάρεστη ειρωνεία εάν, προσπαθώντας να προστατεύσουμε τις κοινωνίες μας από τους κινδύνους της ΤΝ, παραδίδαμε το τεχνολογικό πλεονέκτημα σε καθεστώτα στα οποία η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και οι ατομικές ελευθερίες δεν περιορίζουν αντίστοιχα την κρατική εξουσία.
Κανόνες ασφαλώς χρειάζονται. Επικίνδυνες χρήσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται, οι ζημίες να γεννούν ευθύνη και διεθνείς συμφωνίες να επιδιώκονται όπου μπορεί πράγματι να ελεγχθεί η τήρηση των συμφωνηθέντων. Άλλο όμως η λελογισμένη ρύθμιση της χρήσης μιας τεχνολογίας και άλλο η επιβράδυνση της παραγωγής γνώσης.
Στην ΤΝ χρειάζεται, εν τέλει, να προφυλαχθούμε από δύο διαφορετικές συγκεντρώσεις ισχύος: από μια αγορά στην οποία οι σημερινοί ισχυροί θα προστατεύονται από τους αυριανούς ανταγωνιστές τους και από έναν κόσμο στον οποίο η τεχνολογική υπεροχή θα συγκεντρωθεί σε κράτη που δεν δεσμεύονται από τους θεσμούς μιας ανοικτής κοινωνίας. Η διασπορά της γνώσης και ο ανταγωνισμός δεν είναι μόνο προϋποθέσεις της καινοτομίας. Είναι, εν προκειμένω, και εγγυήσεις ελευθερίας και ασφάλειας.